Δυο μέρες πριν, μες την φούρια της προετοιμασίας για το ξεπροβόδισμα του παλιού χρόνου και το καλωσόρισμα του 2015 που φέρνει αν μη τι άλλο την διάσταση του ολοκαίνουριου, τρέχω για τα τελευταία ψώνια στο ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ.
Με το καροτσάκι μου να παίζει το ρόλο του συγκρουόμενου και με την υπομονή του Ιώβ, μελετάω χωρίς σχέδιο το μενού της Πρωτοχρονιάς, ακολουθώντας περισσότερο τα χρώματα και τα αρώματα των τροφίμων και λιγότερο ένα προκαθορισμένο μενού σχεδιασμένο για μέρες επί χάρτου...

Ελάχιστες ώρες μόνο μας χωρίζουν από τα Χριστούγεννα κι όμως είναι ολοφάνερο πλέον ότι σε τούτο το σπιτικό βρισκόμαστε στην δίνη των τελευταίων προετοιμασιών.
Το νιώθω λοιπόν, όπως και κάθε χρόνο, ότι το «πνεύμα των Χριστουγέννων» πιστό στο ραντεβού του είναι εδώ. Αναδύεται μέσα από τον αχνό της μαρμίτας όπου σιγοβράζει με τα πιπέρια του και τα λαχανικά του το αγριογούρουνο σαλμί.Το ακούω να σιγομουρμουρίζει καθώς η γλυκοκολοκύθα για την σούπα μελώνει στην κατσαρόλα.

Επισκέπτης σεμνός και ταπεινός της τελευταίας έκθεσης ελληνων μικρών παραγωγών βγαίνω στην Κηφισίας με ένα ουρανίσκο που αλλού πατεί και αλλού βρίσκετε o δύσμοιρος. Όσο καλά εκπαιδευμένος κι αν είναι αυτή η εναλλαγή, αλμυρού, γλυκού, κάτι ενδιάμεσου, γλυκόξινου, πικρού τον έχει μπερδέψει. Σκέφτομαι «φαντάσου ο κοινός καταναλωτής τι έχει πάθει!» Την απόλυτη σύγχυση... Στο μυαλό μου στριφογυρίζει αυτή η μεστή και δυνατή γεύση από το λουκάνικο του μαύρου χοίρου μέχρι που έρχεται και της δίνει μια αγκωνιά ο παστουρμάς, με το τσιμένι να χορεύει τον δικό τους χορό της φωτιάς στα σωθικά μου. Τι έφαγα, τι ήπια, τι άκουσα, δεν θυμάμαι και να σκεφτείς ότι όλα αυτά μαζί με τους προβληματισμούς μου πρέπει να τα βάλω σε μια τάξη.

Η αλήθεια είναι ότι όλα σε τούτο το λιλιπούτειο εργαστήρι της Πυλιακής Γης έχουν την αίσθηση του μικροκαμωμένου, κομψού και ουσιαστικά δυνατού. Παρατηρώντας καλύτερα την Γιάννα αντιλαμβάνομαι ότι είναι και αυτά τα επίθετα που της ταιριάζουν.
Την απασχολεί ο πελτές ροδιού, αν θα πήξει ή θα μείνει υδαρές, τι θα του προσθέσει για να μην θολώσει, αν του ταιριάζει το ροζ πιπέρι.

Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να διανύσουν 150, ακόμα και 200 χιλιόμετρα, για να φάνε ένα πιάτο φαγητό στο εστιατόριο ενός απίθανου ξενώνα στα βόρεια!

Μέρες μετά την επίσκεψη μου σε αυτό το εστιατόριο έψαχνα ακόμα τη λέξη εκείνη που έκανε ακόμα και εμένα την ίδια να οδηγήσω 350 χιλιόμετρα για να φτάσω στο Ξινό Νερό Φλώρινας. Να περάσω δυο υπέροχα βράδια στον ξενώνα του και να γευτώ το φαγητό του Νίκου Κοντοσώρου.

Υπάρχουν μερικά υλικά στην κουζίνα που φαντάζουν τρομακτικά στο μέσο αστικό ουρανίσκο και όχι μόνο. Ποιος αλήθεια μοσχαναθρεμμένος αστός που ανατριχιάζει στην ιδέα του αίματος ακόμα και στα χοιρινά μπριζολάκια λαιμού, τα οποία πωλούνται συσκευασμένα και σχεδόν αποστειρωμένα στο σούπερ μάρκετ θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με την αιματένια υφή και αίσθηση που αφήνει στην μύτη ένας αδένας μοσχαριού;

Εκείνο το πρωί δεν ξέρω γιατί αλλά ξύπνησα με την αίσθηση ότι καμιά φορά κι εμείς οι άνθρωποι της τηλεοπτικοπεριοδικής μαγειρικής το παρακάνουμε. Ίσως και να έφταιγε εκείνη η εκπομπή με τον βομβαρδισμό ατέλειωτων συνταγών που είδα λίγο πριν ακουμπήσω το κεφαλάκι μου στο μαξιλάρι! Όλη νύχτα ονειρευόμουν τρούφες, λευκές και μαύρες, δροσουλίτες, πράσινα χαλαπένιος του Νοτιοδυτικού Μεξικού και κόκκινο κακάο Αργεντινής! Κυνηγούσα λέει αγριογούρουνα στις πλαγιές του Ολύμπου και έτρεχα σαν αναμαλλιασμένη Δρυηίδα μέσα σε ένα δάσους όπου φύτρωναν σαν μανιτάρια οι μαύροι χοίροι.

 
newsl face