Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την άψογη οροφογραφία και άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία του AuRevoir έχουν... αναγκάσει το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο να αποστείλει ευχαριστήρια επιστολή καθώς δεν έχει αλλοιωθεί στο ελάχιστο η αρχική του μορφή και αρχιτεκτονική. Στοιχεία που διατηρούνται μέχρι και σήμερα στο AuRevoir , ακριβώς όπως τη 10η Μαρτίου του 1958, όταν και μετά από τρεις μήνες εργασιών το bar άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του. «Αν αλλάξουμε το οτιδήποτε, χαθήκαμε!» μας λέει χαριτολογώντας ο Λύσανδρος Παπαθεοδώρου, που μαζί με τον αδελφό του Θόδωρο ήταν οι ιδιοκτήτες του bar, μέχρι στις μέρες μας, να περάσειστα χέρια της νέας γενιάς, δηλαδή του Σωτήρη (γιος του Θόδωρου).
Εδώ πάντα άκουγες -και ακούς- ξένη μουσική κυρίως jazz, ενώ στις ελάχιστες φορές που «παίζει» κάτι ελληνικό κυμαίνεται ανάμεσα σε Θεοδωράκη, Χατζηνάσιο και Χατζιδάκι. Οι ήχοι όμως είναι πάντοτε στον σωστό τόνο. «Για να μπορείς να απολαύσεις το ποτό σου και να πεις και δυο κουβεντούλες χωρίς να ενοχλείται η συζήτησή σου» μας λέει ο Σωτήρης.
Οι γενιές των θαμώνων του AuRevoir, όλες αυτές τις δεκαετίες ανανεώνονται συνεχώς, με ολοένα και περισσότερους νέους να επιθυμούν να γνωρίσουν το θρυλικό πια bar, ακολουθώντας πάντα κάποιους άγραφους κανόνες, όπως αρμόζει άλλωστε και στον ίδιο τον χώρο και την ιστορία του. «Όταν πρωτοξεκίνησα να αναλάβω το bar είχα φοβηθεί πως θα συναντούσα μεταξύ των θαμώνων μόνο άτομα κάποιας... ηλικίας. Μετά χαράς όμως διαπίστωσα πως έρχονται ακόμη και άτομα που αναγκάζεσαι να τους ζητήσεις... ταυτότητα!
Παλιοί και νέοι πια συνυπάρχουν, πλέκοντας όμορφα την πείρα με την ζωντάνια και αυτό είναι κάτι που με κάνει να νιώθω πάρα πολύ όμορφα» μας τονίζει ο νεαρότερος της οικογένειας Παπαθεοδώρου, που εδώ και μια πενταετία έχει... αναλάβει τα ηνία. «Αντί να καθίσουμε σπίτι ερχόμαστε εδώ για χαλαρώσουμε», «Έρχομαι εδώ από το 1993 και κάθε φορά νιώθω σαν να βρίσκομαι με την οικογένειά μου, είμαστε πια φίλοι», «Παρότι το bar δημιουργήθηκε το 1958 δε χάνει τη δυναμική του, είναι σαν να γεννήθηκε χθες» μας λένε ορισμένοι από τους παλιούς θαμώνες του AuRevoir, που είχαμε την τύχη να συναντήσουμε. Όσο για το τι θα πιεις εδώ; Η ενδεδειγμένη επιλογή –όπως σε κάθε αυθεντικό bar που σέβεται τον εαυτό του– είναι ουίσκι με αρκετές επιλογές σε malt, ιρλανδέζικα και καναδικά αλλά και μπέρμπον, ενώ πάντοτε έχεις την επιλογή για old fashioned cocktails με τα Bloody Mary, Dry Martini αλλά και Μαργαρίτα να είναι αυτά που ξεχωρίζουν.
Αντί επιλόγου θα σας περιγράψω τα δικά μου συναισθήματα όταν πέρασα για πρώτη φορά την πόρτα του «AuRevoir». Ήταν ακριβώς λες και άνοιξες μια... πύλη με το παρελθόν, λες και χρησιμοποίησες μια χρονομηχανή ή ανακάλυψες σε ένα παλιό μπαούλο ένα συλλεκτικό βινύλιο ή ένα σπάνιο αντίτυπο βιβλίου. Κάθε στιγμή εδώ είναι εμποτισμένη με ένα άρωμα νοσταλγίας για μια Αθήνα εντελώς διαφορετική από ότι έχεις γνωρίσει. Και ευτυχώς που υπάρχουν ακόμη στέκια σαν το «AuRevoir» να μας τη θυμίζουν...









