Το αμάλγαμα του άνυδρου
Η Σαντορίνη είναι ένα νησί δυνατό, ζεστό, γεμάτο, ενέργεια, φως, μνήμες ιστορία και μυστήριο. Ο τόπος τούτος είναι μοναδικός. με τα γκρίζα ακρογιάλια και τις πολυσύχναστες παραλίες, τους γαλάζιους τρούλους, τα μικρά παράθυρα να ατενίζουν το Αιγαίο και να σου δίνουν αφορμές να ονειρεύεσαι... με τους μοναχικούς ξερικούς αμπελώνες, με τα άνυδρα κηπευτικά να στέκονται εκεί στην άκρη των νότιων Κυκλάδων, και να αισθάνεσαι ότι υπάρχει μια εσωτερική συμφωνία ανάμεσα στην φύση και τον άνθρωπο!
Περπατώντας στα καλοκαιρινά περιβόλια αναρωτιέσαι πως αλήθεια τούτη η στεγνή, ηφαιστειακή και «ξερακιανή» γη παράγει γεννήματα λιγοστά μα γεμάτα εκφραστική νόστιμα και άρωμα: άσπρα και πράσινα μελιτζανάκια σαν το μέλι, ντοματάκια λιλιπούτεια , κατακόκκινα γεμάτα υπόξινη γλύκα και φάβα κατακίτρινη και βελούδινη φημισμένη σε ολόκληρη την Ελλάδα, κολοκυθάκια στρουμπουλά.
Φυσικά κανένας δεν μπορεί να φύγει από το νησί με το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου χωρίς να γευτεί τους ντοματοκεφτέδες που πλημμυρισμένοι με την φρεσκάδα του δυόσμου και του μαϊντανού συμπορεύονται αρμονικά με την όξινη τσαχπινιά του ασύρτικου.
ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΟΝΟΜΑ
Το προϊστορικό όνομα του νησιού Στρογγύλη (λόγω του στρογγυλού της σχήματος), άλλαξε - πιθανώς από τους Αργοναύτες- σε Καλλίστη (λόγω της φυσικής της ομορφιάς). Ακολούθησε η έλευση των Λακεδαιμονίων αποικιστών υπό τον αρχηγό τους Θήρα, και το νησί ονομάστηκε προς τιμήν του «Θήρα». Με το πέρασμα των αιώνων το Θήρα αλλάχτηκε σε Santo- Erini από τους ιταλούς ναυτικούς του Μεσαίωνα που ταξιδεύοντας τους Αγίους Τόπους σταματούσαν στο νησί για ανεφοδιασμό. Λόγω της φυσικής ιδιομορφίας του νησιού και του απρόσιτου της Θήρας, ήταν αναγκασμένοι να πιάνουν στο λιμάνι της Θηρασιάς, μπροστά στο εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης. Από το συγκεκριμένο αραξοβόλι λοιπόν, ονομάστηκε ολόκληρο το νησί. Με τον καιρό από την ονομασία Santo-Erini υπήρξε αποβολή του E και καταλήξαμε στο Σαντορίνη.
ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
ΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ......
Το ξερικό αυτό νησί με την ηφαιστειακή σύσταση ασκεί αιώνες στους ανθρώπους μια περίεργη γοητεία.
Για του λόγου το αληθές δεν έχομε παρά να πάμε δύο και τρεις αιώνες πριν τότε που οι τολμηροί «τουρίστες» της εποχής αποφάσιζαν να ταξιδέψουν στο Ελληνικό αρχιπέλαγος και να καταγράψουν ανθρώπους, έθιμα, προϊόντα εικόνες άγνωστες και παράξενες για τους ευρωπαίους περιηγητές.
Έτσι χάρη στις γλαφυρές και λεπτομερείς περιγραφές του Francois Richard,που επισκέφθηκε το νησί (1644) μαθαίνομε για τις άνυδρες καλλιέργειες του νησιού : « Το νησί αυτό παράγει κριθάρι σε πολύ καλή ποιότητα, άφθονα φασόλια και ένα είδος σπόρων που οι ντόπιοι τους ονομάζουν αρακά και οι Ιταλοί «favetta" ...
Το κοινό τους φαγητό είναι ένα είδος παξιμαδιού, το οποίο γίνεται από κριθάρι και είναι πολύ σκληρό. Ένα μέρος από τα κρασιά του νησιού πουλιούνται αμέσως στην Χίο, στη Σμύρνη και καμιά φορά στην Κωνσταντινούπολη. Αν και σήμερα πλέον όλη η παραγωγή μεταφέρεται με πλοία στον Χάνδακα της Κρήτης, επειδή είναι εξαιρετικής ποιότητας»
Η ΚΑΠΑΡΗ
Oι κάπαρες, τα μοναδικά εκείνα καλοκαιρινά ρόδα της Μεσογείου κρέμονται νοτισμένα με την δροσιά της θάλασσας από τα βράχια της Καλντέρας .
Καταπράσινες με τα ντελικάτα λευκορόδινα άνθη της «σπάει» την μονοτονία της λευκότητας των Κυκλαδίτικων τοίχων .....
Η κάπαρη ή τα δροσερά και πλατιά φύλλα της , γεμάτα ζουμερή και πικάντικη ένταση , σχεδόν μοναδική, χρησιμοποιείται φρέσκια ή αποξηραμένη και προσδίδει μια νέα γευστική δυναμική στην Σαντορινιά κουζίνα. Παντρεύεται με την βελούδινη φάβα και της χαρίζει χρώμα και έντονη σπιρτάδα, αναμιγνύεται με την σάλτσα ντομάτας και συνοδεύει τους τραγανούς φαβοκεφτέδες. Τέλος διατηρείται μέσα στην κρυστάλλινη διαφάνεια του αλατιού και «μπερδεύεται» στα πόδια ενός αφράτου ζυμαριού για να μας απογειώσει γευστικά ...

ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΡΠΙΝΕΣ ΣΤΗΝ ΣΧΑΡΑ
Οι κάτοικοι του νησιού αναγκάστηκαν , λόγω κυρίως των απότομων ακτών του νησιού να στραφούν κύρια στην καλλιέργεια της ηφαιστειογενούς γης τους και λιγότερο με την παραθαλάσσια αλιεία και το ψάρεμα. Αυτό το γεγονός όμως άφησε αρκετό «χώρο» στην κουζίνα, όπως άλλωστε σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, στο κατεξοχήν «ψάρι του βουνού» τον υγρανάλατο μπακαλιάρο! Σε τούτο το νησί, το φημισμένο ψάρι με την ξερακιανή σάρκα, που κέρδισε επάξια την φήμη του ψαριού των φτωχών μπορείτε να το δοκιμάσετε σε μια παραλλαγή Πορτογαλέζικης «μπραντάδας» ψημένο στον φούρνο και ενισχυμένο με την δυνατή γεύση μιας κρεμώδους κόκκινης σκορδαλιάς. Ωστόσο ένας βαθύς γνώστης, δημιουργός της Σαντορινιάς κουζίνας και ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Σελήνη», ο Γιώργος Χατζηγιαννάκης, μας «συστήνει» τα «Ψαρόλια», τα μικρά λιαστά ψαράκια και το λευκόσαρκο σαλάχι σκορδαλιά.
Η κακαβιά σε τούτο το νησί εμπλουτίζεται σε γεύση και υφή με μια γενναία ποσότητα κόκκινου κρασιού που εμπλουτίζει την ήδη συμπυκνωμένη και μεστή υφή της .
ΦΑΒΑ ΚΙΤΡΙΝΗ ΚΑΙ ΣΠΑΝΙΑ.........
Το όνομα της προέρχεται από το Favus, τη λατινική λέξη για τα κουκιά. Ήταν όντως γνωστή ως έδεσμα και από τα αρχαία χρόνια και γινόταν στην Ελλάδα με ξερά κουκιά.
Η φάβα της Σαντορίνης είναι ονομαστή πρώτον για την νοστιμιά της και δεύτερον για την ευκολία του μαγειρέματος της (ευκολόβραστη). Ουσιαστικά πρόκειται για ένα είδος αρακά που στο παρελθόν «κοβόταν» σε χειρόμυλο . Είναι ένα όσπριο «βάσης» για την κουζίνα του νησιού μια και πολύ εύκολα, πολλές φορές στο παρελθόν και λόγο ανάγκης, ο κίτρινος «πουρές» της παντρεύεται με άλλα υλικά όπως η σάλτσα ντομάτας, η κάπαρη, κρεμμύδια, κρέας, χταπόδι και μυριστικά όπως το δυόσμο και τον μαϊντανό. Η τιμή της λόγο της «καλής συμπεριφοράς» της στο μαγείρεμα είναι πολύ υψηλή. Κάθε χρόνο καλλιεργούνται στο νησί 18-20 στρέμματα από αυτό το μικρό «μπιζέλι» και η τελική παραγωγή φτάνει στους 4-5 τόνους.
ΧΛΩΡΟΤΥΡΙ
Θα το δοκιμάσετε μόνο στη Σαντορίνη, διότι η παραγωγή του είναι τόσο μικρή που δεν του επιτρέπει να βγει έξω από τα όρια του νησιού ετούτου.
Πρόκειται για ένα κρεμώδες, κατσικίσιο, λευκό τυρί με ξινούτσικη γεύση που μπορεί να καταναλωθεί αλειμμένο επάνω σε ψωμί ή μέσα στην περίφημη Σαντορινιά σαλάτα, συνδυασμένο τόσο αρμονικά με τα άνυδρα ντοματάκια, το παξιμάδι, το μαρούλι και τις αντζούγιες!!
ΛΕΥΚΗ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ .....
Πρόκειται για ένα λαχανικό μοναδικό με αλαβάστρινη όψη και γεύση που ανατρέπει ότι μέχρι τώρα γνωρίζατε για τις «ξαδέρφες» του τις μαβιές μελιτζάνες.... Λευκή κατάλευκη, στην αρχή σοκάρει, αλλά αν την γευτείτε θα διαπιστώσετε ότι είναι ασυνήθιστα γλυκιά, νόστιμη και με ελάχιστα σπόρια στο εσωτερικό της. Δοκιμάστε την τηγανιτή, απορροφά ελάχιστο ελαιόλαδο ή σε μελιτζανοσαλάτα πολιορκούμενη από τα καψαλισμένα ποδαράκια ενός οχτάποδου μαλάκιου ή γεμιστή με τρυφερές μπουκιές αρνιού .
ΝΤΟΜΑΤΑΚΙ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ ΕΝΑ ΛΑΧΑΝΙΚΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΕΡΟ...
Εμφανίστηκε στο νησί κάπως αργά, σε σχέση με τα άλλα τοπικά προϊόντα, μόλις το 1875. Οι παλιοί λένε ότι οι πρώτοι σπόροι έφτασαν στο νησί από το μακρινό Σουέζ. Εκεί τα πλοία των σαντορινιών καπεταναίων σταματούσαν για ανεφοδιασμό και οι ναυτικοί γεύτηκαν τα ζουμερά ντοματάκια και αποφάσισαν να μεταφέρουν ,μαζί με τα υπόλοιπα υπάρχοντα τους και μερικούς μικροσκοπικούς σπόρους.
Έτσι «κατέπλευσε» στο νησί ένα κατακόκκινο «φρούτο» με ελαφρά πεπλατυσμένο σχήμα, ευδιάκριτες κάθετες αυλακώσεις αλλά και υπέροχη υπόξινη γεύση. Προσαρμόστηκε εύκολα στο ηφαιστιογενές έδαφος, στους δυνατούς ανέμους και στις υψηλές θερμοκρασίες.
Και νερό θα σκεφτεί κάποιος. Κι εδώ φανερώνεται για άλλη μια φορά η σοφία του οικοσυστήματα. Η υγρασία εξασφαλίζεται από την ομίχλη που απλώνεται τα βράδια του καλοκαιριού σε όλο το νησί και αιχμαλωτίζεται από το έδαφος και τα φύλλα. Από τότε μέχρι σήμερα άλλες δύο ποικιλίες «ζήλεψαν» την δόξα του και εισήχθησαν στο νησί η ελαφρά στρογγυλή, πιο γλυκιά και ανθεκτική «Κώτικη» και η μπουρνέλα σε σχήμα μικρού αυγού και με έντονα ξινή γεύση. Στις αρχές του 20ου αιώνα η ντομάτα γίνεται σημείο αναφοράς για το νησί. Καλλιεργούνταν στο νησί 20.000 στρέμματα άνυδρης ξερικής ντομάτας και λειτουργούσαν 14 εργοστάσια που την επεξεργάζοταν για να τη μετατρέψουν σε τοματοπολτό και να την κονσερβοποιήσουν. Σήμερα βέβαια λόγω της καλπάζουσας τουριστικής ανάπτυξης καλλιεργούνται ελάχιστα στρέμματα και μόνο η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών και ο Παύλος- Πέτρος Οικονόμου τυποποιούν το πιο διάσημο προϊόν του νησιού.
Η σπορά της ντομάτας γίνεται στα τέλη Φεβρουαρίου. Κάθε Απρίλιο γίνεται το αραίωμα των φιντανιών και η μεταφύτευση τους. Τελικά η συγκομιδή του λιλιπούτειου καρπού αρχίζει από τα μέσα Ιουνίου.
Αν θα δοκιμάσετε τους κλασσικούς Σαντορινιούς «ντοματοκεφτέδες» ή «ψευτοκεφτέδες» φτιαγμένους με την πολτοποιημένη σάρκα αυτού του ξερικού «φρούτου» θα μυηθείτε σίγουρα στην γεύση και το άρωμα την αληθινής ντομάτας. Αγοράστε ντοματοπελτέ σε κονσέρβα για το γιουβέτσι σας καθώς και λιαστά ντοματάκια στο ελαιόλαδο για τις μακαρονάδες σας και όχι μόνο...
Η επεξεργασία της αρχικά γινόταν μόνο από νοικοκυριά αλλά αργότερα, το 1915, άρχισαν να δημιουργούνται εργοστάσια. Πριν το σεισμό του 1956 λειτουργούσαν στο νησί 11 εργοστάσια επεξεργασίας και κονσερβοποίησης Σαντορινιάς τομάτας.

ΑΠΟΧΤΙ
Το «απόχτι» είναι ουσιαστικά ένα «καθαρό» κομμάτι κρέας από το κόντρα φιλέτο τον χοιρινού. Η όλη επεξεργασία της συντήρησης σκοπό έχει να του δώσει μια μικρή παράταση στο χρόνο ....
. Το πάστωμα πραγματοποιείται σε τρία στάδια: αρχικά παστώνετε το κρέας με την τριμμένη κανέλα και το αφήνετε σε σουρωτήρι 6 ώρες. Μόλις ολοκληρωθεί η προηγούμενη διαδικασία, ξαναπαστώνετε το κρέας με θρούμπι (όχι πολύ ψιλοκομμένο) και το αφήνετε για ακόμη 6 ώρες τουλάχι¬στον.
Τέλος ανακατεύετε μαύρο πιπέρι με λίγη κανέλα και, αφού παρέλθει και το δεύτερο εξάωρο, ξαναπαστώνετε με το αρωματικό μείγμα και το αφήνετε για 6 ώρες επιπλέον.
Μετά το τέλος της διαδικασίας κρεμάτε το κρέας σε μέρος που αερίζεται καλά. Όταν σκληρύνει λίγο είναι έτοιμο. Το κόβετε σε ψιλές φέτες και σερβίρετε.
ΤΟ ΚΡΑΣΙ
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αμπελουργία και η οινοποίηση στη Σαντορίνη έχει παράδοση 3.500 χρόνων. Το γεγονός ότι βρέθηκαν κάρβουνα από ξύλα αμπέλου και γίγαρτα στις ανασκαφές του Ακρωτηρίου, ακόμα και αγγειογραφίες που αναπαριστούν τσαμπιά σταφυλιών, καθώς και η πληθώρα σκευών όπως οι ψευδόστομοι αμφορείς που κατασκευάζονταν ειδικά για τη μεταφορά υγρών, μαρτυρούν την οινοποιητική και εμπορική δραστηριότητα στην προϊστορική φάση του νησιού (1700 π.Χ.)
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το αμπέλι της Σαντορίνης είναι από τα αρχαιότερα στον ελληνικό χώρο. Μια παλαιότητα άρα και διάρκεια μέσα στον χρόνο που οφείλεται κύρια σε ένα λόγο : στο γεγονός ότι ουδέποτε προσβλήθηκε ο σαντορινιός αμπελώνας από φυλλοξήρα. Με άλλα λόγια, το σαντορινιό αμπέλι, ανήκει στην τιμητική λίστα με τους ελάχιστους ευρωπαϊκούς αμπελώνες όπου τα κλήματα εξακολουθούν να είναι αυτόρριζα: δηλαδή να βυθίζουν αιώνες τώρα τις δικές τους ρίζες στη γη. Πιθανότατα μάλιστα , η άμυνα αυτή του αμπελιού ενάντια των διαφόρων φυτολογικών ασθενειών, να προέρχεται από την ιδιαίτερη γεωλογική σύσταση του νησιού. Τα παλιά αυτόχθονα κλήματα, με μέσο όρο ηλικίας τα 60-70 χρόνια, βρίσκονται σε έδαφος αμμώδες , φτωχό σε άργιλο, που η σύσταση του είναι κύρια από λάβα και ηφαιστειακή στάχτη.
ΚΟΥΛΟΥΡΕΣ...
Εξαιτίας των μελτεμιών που είναι πραγματικά πολύ δυνατά στο νησί και που εκτός των άλλων, μεταφέρουν και άμμο, οι αμπελουργοί εδώ και χιλιάδες χρόνια εφαρμόζουν ένα σωτήριο τρόπο κλαδέματος των αμπελιών, που απαντάται σε ελάχιστες περιοχές στον κόσμο: στριφογυρίζουν το κλήμα γύρω γύρω ώστε να σχηματιστεί ένα στρογγυλό προστατευτικό καλάθι, η λεγόμενη αμπέλια ή κουλούρα, μέσα στην οποία μεγαλώνουν προστατευμένα τα τσαμπιά.
Πρόσθετη προστασία από την αιολική διάβρωση, προσφέρουν οι πετρόκτιστες ξερολιθιές, κλιμακωτές πεζούλες, χτισμένες με κομμάτια πετρωμένης λάβας.
Ενώ η αναγκαία υγρασία, μέσα στο κατακαλόκαιρο, εξασφαλίζεται από την ομίχλη που απλώνεται τα ζεστά βράδια του Αυγούστου σε όλο το νησί και αιχμαλωτίζεται από το έδαφος και τα φύλλα.
Αυτό λοιπόν το σύνθετο και συνάμα μοναδικό στην γη μικροκλίμα είναι εκείνο που χαρίζει στα κρασιά του νησιού τα εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά : την υψηλή και ταυτόχρονα δροσιστική οξύτητα και τον υψηλόβαθμο αλκοολικό τίτλο.
ΟΙ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ
Στις αρχές του αιώνα καλλιεργούνταν περίπου πενήντα διαφορετικές ποικιλίες Σήμερα, υπάρχουν περί τις τριάντα. Αυτές που είναι πιο διαδεδομένες είναι οι λευκές ποικιλίες Ασύρτικο ,Αθήρι και Αϊδάνι καθώς και οι κόκκινες Μαντηλαριά , Μαυροτράγανο και Βουδόματο. Το αθήρι και το αϊδάνι είναι ποικιλίες που καλλιεργούνται σε μικρές ποσότητες αλλά παίζουν τελικά σημαντικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα δίνοντας κρασιά πλούσια σε σώμα και σε αρωματικό χαρακτήρα.
Άλλες λευκές ποικιλίες είναι το αετονύχι, το κρητικό, το ποταμίσι, το ροζακί, το σαββατιανό, το ασπρομοσχάτο. Από τα κόκκινα το ρούσο, το μοσχάτο, ο ροδίτης, η φράουλα και ο αετονύχης. Από τα μαύρα το νυχάτο , το εφτάκιλο της κληματαριάς, το σαρίκι, το μαυράθηρο.
ΛΙΑΣΤΟ ΓΛΥΚΟ ΚΡΑΣΙ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ....
Tα γλυκά κρασιά στην αρχαιότητα ονομάζονταν «οίνοι πάσσοι» (vinum passum). Καταγράφονται διάφορα είδη κρασιών, ανάλογα με τον τρόπο και τον τόπο παραγωγής. Πάντως η διαδικασία της παρασκευής ακολουθούσε σχεδόν πάντα τα ίδια στάδια : αμέσως μετά τον τρύγο, τα σταφύλια απλώνονται στον ήλιο μέχρι να αρχίσουν να αφυδατώνονται και τελικά να χάσουν σχεδόν το μισό τους βάρος. Έπειτα οδηγούνται στο πατητήρι.. Ο μούστος συγκεντρώνεται στους πίθους, όπου και μένει για να ζυμωθεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, στον μούστο από τα λιαστά σταφύλια προσέθεταν και τον εκλεκτότερο παλαιό οίνο του ίδιου είδους ώστε να ενισχύσουν τα αρώματα και γεύση του όλου μίγματος . Οι πάσσοι που παράγονταν με αυτούς τους δύο τρόπους ήταν «ηδύτατοι», δηλαδή πολύ αρωματικοί και υψηλόβαθμοι, γι' αυτό και συνήθως πίνονταν «κεκραμένοι», αραιωμένοι δηλαδή με νερό.
Όσο για το όνομα του γλυκού αυτού κρασιού είναι ολοφάνερο ότι αυτό ακολούθησε την πορεία της αλλαγής ονόματος του νησιού έτσι το Λακεδεμονικό «Θήρα» παραλλάχτηκε σε Santo- Erini από τους ιταλούς ναυτικούς του Μεσαίωνα που ταξιδεύοντας για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη) και τους Αγίους Τόπους σταματούσαν στο νησί για ανεφοδιασμό. Οι ίδιοι ναυτικοί βαπτίζουν λοιπόν τον γλυκόπιοτο αυτό οίνο «vino Santo» ή «vinsanto».
Με διαβατήριο αυτό το όνομα που παράλληλα μαρτυρούσε την καταγωγή του και ήταν παράλληλα εύηχο, σύντομο και εύκολα κατανοητό από τον αγοραστή, το περίφημο αυτό κρασί άρχισε το οινικό του ταξίδι στον κόσμο...
Αρχικά έγινε γνωστό και περιζήτητο στα κοντινά λιμάνια της Πόλης, του γειτονικού Χάνδακα στην Κρήτη , της μυροβόλου Χίου και της κοσμοπολίτισσας Σμύρνης. Αργότερα όμως καθώς το Βενετσιάνικο εμπόριο ανθούσε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο το κρασί αυτό με το υπέροχο βαθύ μελί χρώμα και τα ξεχωριστά αρώματα ώριμών φρούτων και ξηρών καρπών κατέκτησε τους απαιτητικούς ουρανίσκους των ευγενών στη Βενετία, την Τεργέστη και την Αγκώνα .
Προς τα τέλη του 18ου αιώνα η καλλιέργεια αμπέλου στο νησί, είχε εκτοπίσει κάθε άλλη καλλιέργεια και κάλυπτε κάθε σπιθαμή γης. Το γλυκό κρασί της Σαντορίνης ήταν περιζήτητο και οι εξαγωγές μεσουρανούσαν.
Η χρυσή όμως εποχή των εξαγωγών όμως άρχισε σταδιακά να κάμπτεται από τα τέλη του 1840 για να κορυφωθεί στο τέλος της στις αρχές του 20ου αιώνα.
Τα τελευταία χρόνια, που η εντός Ελλάδας αγορά διευρύνθηκε, οι οινοπαραγωγοί της Σαντορίνης άρχισαν να αναδιοργανώνουν την παραγωγή, εμφιάλωση και διακίνηση του βινσάντο σε νέες βάσεις.
ΓΙΑ ΑΓΟΡΕΣ
Deli Art: Θήρα Σαντορίνη, 84700. Δώρα απ' την Ελληνική γη. http://www.deliart.gr
Ένωση συνεταιριστικών Θηραϊκών προϊόντων: Πύργος Σαντορίνης,