Αν και η ονομασία του μαγαζιού “ΦΑΡΟΣ” καθώς και η τοποθεσία δίπλα στο κύμα με θέα τον Κορινθιακό σε προδιαθέτει σε θαλασσινά και ψαράκια, αν παρατηρήσεις πιο προσεκτικά θα δεις ότι όλο το παιχνίδι παίζεται στον τεράστιο ξυλόφουρνο!!
Αυτό το ντελικάτο χορταράκι φύεται ακριβώς δίπλα στη θάλασσα και ποτίζετε με την αλμύρα και τους ανέμους ακριβώς όπως το κρίταμο και η κάπαρη. Ωστόσο δεν έχει ούτε την σπιρτάδα του κρίταμου, αλλά ούτε την πικάντικη επίγευση της κάπαρης .
Η αλμυρίδα, έχει πολύ λεπτά «χυμώδη» φύλλα και πολύκλαδους βλαστούς και οφείλει την ιδιαίτερη νοστιμιά της στην αλμύρα της θάλασσας, από όπου άλλωστε πήρε και το όνομά της.
Το φυτό αυτό ανήκει στην οικογένεια medicago, όπου συνυπάρχουν 42 διαφορετικά γηγενή είδη της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αφρικής. Στην ελληνική χλωρίδα συναντώνται 24 είδη της οικογένειας αυτής, εκ των οποίων το πιο γνωστό είναι το βρώσιμο φυτό medicagomarina. Ευδοκιμεί στο θερμό και ξηρό μεσογειακό κλίμα. Για να αντεπεξέλθει στις υψηλές τιμές άλατος στο έδαφος, αποθηκεύει στις ρίζες της μέχρι και 17% αλάτι.

Οι μικροί πυκνοί θάμνοι του φύονται κυρίως σε αμμώδεις παραλίες της Αττικής, της Εύβοιας και των Ιονίων νήσων, αν και τα τελευταία χρόνια καλλιεργούνται συστηματικά στην Πελοπόννησο.
Οι αλμύρες περιέχουν μικρές συγκεντρώσεις βιταμινών C και Ε ενώ οι άγριες που φυτρώνουν κοντά στη θάλασσα είναι πλούσιες σε ιώδιο και μεταλλικά στοιχεία.
Θα τα βρείτε στις λαϊκές αγορές, συχνά και στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, από το Μάιο έως και τα μέσα Ιουλίου, και θα τα συναντήσετε με το όνομα αλμύρα, αλμυρίδα, αλμυρούσα.
Έχουν ιδιαίτερα ευχάριστη, ελαφρώς πικάντικη γεύση και ο ιδανικότερος τρόπος που μπορείτε να τα απολαύσετε είναι βραστά με ελαιόλαδο και ένα ήπιο ξίδι ή μερικές σταγόνες λεμόνι.
Στέκεται μια χαρά και μάλιστα σε συνπροταγωνιστικό ρόλο με τα θαλασσινά και τα όστρακα. Η εκλεπτυσμένη γεύση του και η τρυφερή υφή των φύλλων του ταιριάζει πολύ με ζυμαρικά. Δοκιμάστε το και σαν τουρσί με μια ανάλαφρη οξάλμη για να χαρείτε και τον χειμώνα το χόρτο με την θαλασσινή αύρα.
Ο Δημήτρης είναι ένα κλασσικός ροκάς και αυτό ακριβώς κάνει στην μαγειρική του, ροκάρει και αυτοσχεδιάζει. Χωρίς πρόγραμμα, με τολμηρές επιλογές και παντρέματα υλικών που ακολουθούν συχνά μια αόρατη, σαφώς, μη στερεότυπη λογική.
Oπως και να το κάνουμε η σούβλα θέλει τέχνη κι όλοι μας λίγο πολύ έχουμε πέσει «θύμα» ενός κακοψημένου οβελία, που μας κάνει να νοσταλγούμε ένα ζουμερό μπουτάκι αρνιού σιγοψημένο σε «συμβατικό» φούρνο με μελωμένες πατάτες.
Θα πρέπει λοιπόν μάλλον να αντιμετωπίσουμε με την δέουσα σοβαρότητα αυτή την εποχιακή ναι μεν, αλλά μοναδική ιεροτελεστία .