Είναι καιρός τώρα που ακούω για ένα άπαιχτο μπεργκεράδικο κρυμμένο κάπου στην Νέα Ερυθραία δηλαδή στην γειτονία μου. Ακόμα και οι καλοαναθρεμμένοι σχολιαστές και μη καταστημάτων εστίασης ανηφόρησαν στα Βόρεια για να το δοκιμάσουν. Δεν δίνω και πολύ σημασία καθότι στην συγκεκριμένη πολυσύχναστη περιοχή της Χαριλάου Τρικούπη για να παρκάρεις πρέπει να επιστρατεύσεις όλες τις τεχνικές θετικής ενέργειας που έμαθες και δεύτερον σκέφτομαι, καλά είναι να αφήνεις το project να ωριμάζει χωρίς πρόωρους ενθουσιασμούς...

Συνήθως φτάνεις στο Κάιρο με μια τεράστια βαλίτσα με δεύτερα και τρίτα ρούχα, και κυρίως καμιά δεκαριά extra βρακιά, αντισηπτικά μαντηλάκια, χάπια για το στομάχι, παστίλιες για τα κοιλιακά σου και φυσικά με ένα τεράστιο φόβο και την περιέργεια του Δυτικού πως μπορεί ένας ολόκληρος λαός να επιβιώνει σε τέτοιες συνθήκες υγιεινής! Κουβαλάς μαζί σου κι όλες εκείνες τις συμβουλές των φίλων που πήγαν εκεί αρρώστησαν από ένα παγάκι φορέα δεκάδων μικροβίων που επιπλέουν στον Νείλο και έχουν ξαφνικά πηδήξει στο ποτήρι του ανυποψίαστου τουρίστα για να μεταφέρουν την κατάρα του Φαραώ που κάνει την ευαίσθητη κοιλίτσα σου να γουργουρίζει... Ανοίγεις το intrernet ψάχνεις όλες τις κριτικές εστιατορίων, τις βαθμολογίες των τουριστών στα καθώς πρέπει στέκια της πόλης και αισθάνεσαι ασφαλής! Κανένα δεν πέθαινε ακόμα στην πόλη με τους χίλιους μιναρέδες.

Φτάνοντας στην Αδριανούπολη ήξερα ότι εκτός από τον περίφημο Peinir Halva, δηλαδή ένα γλύκισμα που γίνεται με βάση το φρέσκο τυρί και πωλείται σε όλα τα ζαχαροπλαστεία, θα έπρεπε να δοκιμάσω οπωσδήποτε το φημισμένο τηγανιτό συκώτι της πόλης που ακούει στο όνομα tava ciger. Η αλήθεια είναι ότι γνώριζα πολύ καλά ότι οι Τούρκοι χειρίζονται εξαιρετικά το συκώτι (μοσχαρίσιο ή αρνίσιο) μια και είχα γευτεί επανειλημμένα στην Κωνσταντινούπολη το περίφημο arnaout ciger, τρυφερό και σωστά αρτυμένο ως ένα από τους ποιο συνηθισμένους μεζέδες που έρχονται στο δίσκο μαζί με το Yeni Raki. Αλλά και απίθανο τηγανιτό αρνίσιο συκωτάκι με τα γλυκάδια του, στη Σανλιούρφα, μία τουρκική πόλη η οποία βρίσκεται στην Νοτιοανατολική Ανατολία.

Στο «Ιώδιο» πηγαίνω σχεδόν από τότε που άνοιξε και πάντα το κατέτασσα ως ένα από τα πλέον έντιμα εστιατόρια στο χώρο. Η πληθωρικότητα που χαρακτηρίζει τον Κωστή Τσαλπατούρο – ιδιοκτήτη του «Ιωδίου» - σφράγισε σε μεγάλο βαθμό και το μαγαζί του.
Έστησε ένα χώρο για το κέφι του, που σημαίνει πως ποτέ δεν τσιγκουνεύτηκε ούτε ένα υλικό στα πιάτα που προσέφερε. Η μακρά πορεία του στον χώρο της ναυτιλίας , του έδωσε μια αρετή που λέγεται «μέτρο» , στοιχείο που μαζί με την αισθητική του τον έκαναν να δημιουργήσει έναν λιτό αλλά πολύ ατμοσφαιρικό χώρο με παστέλ χρώματα, με διακριτικό φωτισμό. Λάτρης του καλού φαγητού (έλκει την καταγωγή του κατά το ήμισυ από τη Σμύρνη) και βαθύς γνώστης του κρασιού, διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, διαχωρίζουν σαφώς τον εστιάτορα-επιχειρηματία από τον εστιάτορα-οικοδεσπότη.

Aυτό το παιδί έχει μέλλον! Με αυτή τη φράση συνόψισα την εμπειρία του δείπνου «δια χειρός» Μιχάλη Νουρλόγλου στο εστιατόριο abovo στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς. Ένα εστιατόριο κάπως κρυμμένο και σε όροφο, που για να κατατάσσεται από τον κόσμο στα πιο ενδιαφέροντα εστιατόρια της Αθήνας, σημαίνει πως υπάρχει σοβαρός λόγος να το ψάξεις. Χώρος λιτός και πολύ ατμοσφαιρικός, χαμηλός φωτισμός -δεν αγαπώ τον φωτισμό χειρουργείου όταν τρώω- και μεγάλες τζαμαρίες με θέα τα ψηλά δέντρα και την κίνηση στον γνωστό δρόμο του Κεφαλλαρίου.

Πάσχα στην Κρήτη. Η δροσερή πνοή από τις άγριες ορχιδέες και τις πασχαλιές όλλα σε τόνους του μοβ, στολίζουν την Κρητική φύση και αναγγέλλουν το λαμπροφόρεμα του νησιού. Τα έθιμα, η συμβολική τελετουργία των γαστρονομικών παραδόσεων του νησιού μας μεταφέρει σε ένα χώρο οικείο φιλόξενο γεμάτο από τις ευωδιές της Άνοιξης.
Το γιορτινό τραπέζι των Κρητικών φυσικά και συνδέετε με το απόλυτο κρέας του Πάσχα: το αρνί! Κι αν σε άλλα μέρη της Ελλάδος θα ψηθεί στην σούβλα ή θα γίνει γεμιστό εδώ οι μαγειρικές είναι πιο απλές συνάμα όμως και ευφάνταστες.

Σαν βγω στον πηγαιμό για την αγορά κρέατος αυτές τις ημέρες πάντα όπως και να το κάνω, όπως και να το δω έχω μεγάλο δίλημμα. Τι να διαλέξω; Το παχουλό αρνάκι, τον αθώο αμνό, τον παραδοσιακό οβελία που είναι τελικά για τους περισσότερους και το φετίχ του Πασχαλιάτικου ελληνικού τραπεζιού, ή το ατακτούλι κατσικάκι που το κρέας του σαφώς είναι πιο κρουστό, με λιγότερα λιπαρά και αφήνει στο στόμα μια μοναδική γεύση, η οποία κλείνει μέσα της όλες τις ευωδιές των βουνίσιων βοτάνων και χόρτων και συχνά την σπιρτάδα της αλμύρας μια και δεν είναι λίγα εκείνα τα ζώα των νησιών που ξεδιψούν με θαλασσινό νερό, πηδώντας από βράχο σε βράχο;
Βέβαια ανεξαρτήτως της επιλογής μου φροντίζω όταν έρθει η στιγμή που θα πάω στο κρεοπωλείο του ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ της γειτονιάς μου να ζητήσω το αρνί ή το κατσικάκι για τα Πασχαλινά μαγειρέματα μου να είμαι καλά διαβασμένη...
Πως το ξεχωρίζω, τι μας «μαρτυράει» η σφραγίδα για την εντοπιότητα του; Τι μέρος και τι κοπή θα ζητήσω ανάλογα με τις μαγειρικές μου εμπνεύσεις; Και καλά το αγοράζω νωρίς, πως θα το συντηρήσω;

 
newsl face